Τι γίνεται με τα ταξίδια στις Άλπεις και τα Βαλκάνια ;
13 Ιουλίου, 2015Video από το ταξίδι μας στην Τοσκάνη
25 Νοεμβρίου, 2016Μια σταγόνα Αλβανίας
Το κακό με το φαί είναι ότι μετά αρκουδιάζεις, όλη η ενέργεια καταναλώνεται στην κοιλιακή χώρα και η άγονη χώρα που σε περιμένει να την περιδιαβείς χρειάζεται εξίσου αυτή την ενέργεια.
Έχω αρχίσει να αγχώνομαι τα χιλιόμετρα μπροστά δεν είναι πολλά αλλά είναι σχετικά δύσκολα, έτσι κι αλλιώς εύκολος δρόμος ποτέ δεν υπάρχει κι αυτός υπόσχεται δυνατές συγκινήσεις
Το Κούξι που αφήσαμε πίσω μας με την τεράστια λίμνη του που σχηματίζεται από τα νερά του Δρίνου είναι μια πόλη πολύ κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο. Οι κάτοικοι τον χειμώνα κυρίως εξυπηρετούνται από το κοντινό Prizren και την Πρίστινα μέσω του περάσματος Μορίν (Morine) γνωστό από τον πόλεμο στο κοσυφοπέδιο σαν το κυριότερο πέρασμα των προσφύγων οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο στο Κούξι .
Η διαδρομή ακολουθεί την ροή του ποταμού αρκετά μέτρα ψηλότερα όμως με αποτέλεσμα ενα μοναδικό θέαμα που κόβει κυριολεκτικά την ανάσα και σε κάνει να αισθάνεσαι μοναδικός μπροστά σε αυτό το δέος που σκορπίζουν τα χρώματα του ουρανού που δειλιάζει μπροστά στο σκοτάδι που θα πέσει σε λίγες ώρες.
Αναρωτιέμαι τί άραγε θα μπορέσει να κρύψει πίσω του αφού ξαναμμένο φεύγει το σύννεφο μπροστά μου
Δεν ξέρω τι άκούει ή τι βλέπει ο Στέλιος πίσω μου καθώς οι υπόλοιποι έχουν φύγει αρκετά μπροστά , ή έτσι νομίζω, μιας και οι στροφές είναι διαδοχικές και με μικρό πεδίο , σίγουρα όμως άκούει τις κραυγές μου από την κράμπα που με έπιασε.
Την πρώτη την πέρασα ανώδυνα κι εύκολα σχετικά, η δεύτερη στο αριστερό πόδι ψηλά με κάνει να ουρλιάζω στην κυριολεξία, με το ζόρι σταματώ την μηχανή και κατρακυλάω αντί να κατέβω σφαδάζοντας.
Εδώ γράφεται το σουρεαλιστικό κομμάτι της ιστορίας.
Εγώ χτυπιέμαι στην άσφαλτο από τον πόνο, ξαπλώνω, κυλιέμαι λυγίζομαι και κυρίως ουρλιάζω, ουρλιάζω όμως οχι αστεία.
Ο Στέλιος με μαλάξεις προσπαθεί να πιάσει το νεύρο πάνω από την κοντούρα κι εγώ πονάω πιο πολύ από την πίεση, πόναγα τρεις μέρες μετά από το «τσίμπιμα» κι είχα μελανιάσει, σίγουρα οποίο αγρίμι ήταν στην περιοχή πρέπει να πήρε μαύρο δρόμο με τόση φωνή που έριξα
Μου έδωσε σοκολάτα να ηρεμήσω λίγο και δυό τσιγάρα μετά ξεκινήσαμε να προλάβουμε του άλλους
Όσο και να προσπαθούσα να μην σκέφτομαι η απειλή της κράμπας ήταν εκεί, πήγαινα όσο πιο χαλαρά μπορούσα, αλλά δεν μπορούσα να βγάλω την φωτογραφική ούτε τα γυαλιά ηλίου και είχε αρχίσει να χάνεται το φως κι εγώ μονόφθαλμος σχεδόν , με τα σκούρα γυαλιά να μην τολμώ να σταματήσω για λίγο.
Την λύση την έδωσε το μονοκύλινδρο κριάρι και το κατάλευκο δέρας που σφάδαζε στην άσφαλτο αφού δοκίμασε να πετάξει για λίγο από την σέλα του Κώστα
Μέσα στο άγχος μου και αλλάζοντας γρήγορα τα γυαλιά μου, είδα το φως το αληθινό και το προβατοτόμαρο να καγχάζει πως έζησε για λίγο ελεύθερο, ήθελα να του πώ πως έμοιαζε με περουκίνι φαλακρού τραβεστί όμως δεν ήταν η πρόθεσή μου να το προσβάλω κι έτσι προτίμησα την σιωπή, γελώντας όμως από μέσα μου .
Αφού μαζέψαμε το τομάρι είδε και το μισόφως το ένα μου μάτι που άνοιγε ομολογώ σιγά σιγά άρχιζε το τρου αντβετσουρ.
Στο Μπαιράμ Κουρί είχε βραδιάσει αρκετά, μικρή φωτορύπανση, κι εκείνη την ώρα σχολάγανε οι στάνες, όλα τα ζωντανά παρελαύνανε στους δρόμους της πόλης, γίδια, πρόβατα, μοσχάρια, κοπαδόν.
Εκεί μου έφυγε όλη η κούραση κι ένοιωσα να διασκεδάζω, εικοσιτρία περίπου χιλιόμετρα είχαμε ακόμη μέχρι το κατάλυμα μέσα σε ένα πηχτό σκοτάδι που και τα οχτώ φώτα μας δύσκολα διαπερνούσαν.
Η αναζήτηση του καταλύματος σε μια τέτοια συνθήκη σε συνδυασμό με την ανύπαρκτη σήμανση και την αρχή της επαγωγικής μεθόδου κάνουν το Γκράαλ να δείχνει παιχνιδάκι.
Πάνω κάτω , πάνω κάτω , μέχρι που τελειώνει ο δρόμος , μέχρι που ρωτάς όπου βρεις , ε, κάποια στιγμή θα βρεις το μονοπάτι .
Εκεί και λίγο πιο πίσω σε περιμένει το ταμείο για να εισπράξεις το κέρδος σου
[testimonial from=”Γιῶργος Σεφέρης – Ὡραῖο φθινοπωρινό πρωί (απόσπασμα) – Κορυτσὰ 1937″]
“Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.”
[/testimonial]
Ο ύπνος ήταν γλυκός και σύντομος αλλά και ξεκούραστος συνάμα , σύντροφος μέχρι αργά ο λογισμός , η αντάρα που μάζευαν τα βουνά πίσω στο Μαυροβούνιο και η μικρή κουβέντα με τον Friejip που έκρυβε το χαμόγελό του με το κουρασμένο του χέρι γιατί είχε χάσει τα μπροστινά του δόντια .
Οι άνθρωποι όταν τους χαμογελάς ανοίγονται , θέλουν να πλησιάσουν κι εκείνες τις στιγμές είναι που παρακαλάω να ήξερα λίγο πιό καλά αγγλικά ή κάποια άλλη γλώσσα για να μάθω περισσότερα, να είχα λίγο ακόμη χρόνο για να γευτώ τμήμα απ΄ την ζωή τους , λίγη επιπλέον αυτοπεποίθηση . Παρά όλα αυτά , τσάτρα πάτρα συνεννοούμαι και τούτη την φορά εγκαταστάθηκαν πολλά στο υποσυνείδητο και στριμωγμένα όπως ήταν προσπαθούσαν να ταξινομηθούν . Τα άφησα στην ησυχία τους κι απολάμβανα την πρωινή ανάσα του βουνού που έδιωχνε τον βραδινό ιδρώτα από πάνω του .
Έβρεχε , σιγανά , φθινοπωρινά , όπως αρμόζει σε έναν τέτοιον τόπο .

Εδώ επιδρά η διπολικότητά μου, ανεβάζω τρελούς παλμούς , η καρδιά μου από την ταραχή πάει να σπάσει , στα όρια του πανικού ετοιμάζω τα πράγματα στην μηχανή , όμως κάτι ή παρουσία του Θανάση κάτι τα λίγα μέτρα του δασικού δρόμου τα διώχνουν όλα μακριά κι αρχίζει να μ αρέσει . Ένα κλίκ στο μυαλό είναι όλα, το μόνο που χρειάζεται, είναι ο δικύλινδρος ήχος που σπάζει την σιωπή των δέντρων.



